Τα καθολικά εξωκκλήσια της Σύρας

Όταν η Μαρίζα Δαλεζίου μου πρότεινε να φωτογραφίσω τα εναπομείναντα καθολικά ξωκλήσια που είχαν ανεγερθεί στη Σύρο πριν από τον 19ο αιώνα,υπέθεσα -και ελπίζω σωστά- ότι η επιλογή της βασιζόταν περισσότερο στην ιδιότητά μου του φωτογράφου και δάσκαλου φωτογραφίας και λιγότερο στην ταυτότητά μου ως καθολικού ή στις πεποιθήσεις μου, που προφανώς αγνοούσε...

«Τα καθολικά εξωκκλήσια της Σύρας έως τις αρχές του 19ου αιώνα»

 

Οι Εκδόσεις Φωτοχώρος εξέδωσαν ένα νέο βιβλίο με φωτογραφίες του Πλάτωνα Ριβέλλη και κείμενα της Μαρίας-Θηρεσίας Δαλεζίου με θέμα τα καθολικά εξωκκλήσια της Σύρας έως τις αρχές του 19ου αιώνα.

 

 

Στοιχεία βιβλίου

 

Τίτλος: Τα καθολικά εξωκκλήσια της Σύρας έως τις αρχές του 190υ αιώνα

Διαστάσεις: 29 (ύψος) - 24 (φάρδος)

Σελίδες: 270

Φωτογραφίες: 190 (ασπρόμαυρες και έγχρωμες) από τον Πλάτωνα Ριβέλλη

Κείμενα: Ιστορικά και τεκμηριωτικά από την Μαρία Θηρεσία Δαλεζίου

Τιμή: 35 ευρώ

Διάθεση: Βιβλιοπωλεία Πολιτεία και Επί Λέξει στην Αθήνα. Βιβλιοπωλεία Σύρου. www.rivellis.gr

Πρόλογος

Τα καθολικά ξωκλήσια της Σύρου

με τη ματιά και τη σκέψη ενός φωτογράφου

 

 

Από μικρός επισκεπτόμουν κάθε χρόνο τη Σύρο και δεν έχανα ευκαιρία να εκδηλώνω τον ενθουσιασμό μου γι αυτήν. Έτσι, κανένας από τους φίλους και γνωστούς δεν απόρησε που εδώ και δεκαπέντε χρόνια αποφασίσαμε με τη γυναίκα μου να εγκατασταθούμε μόνιμα στο νησί αυτό. Το γεγονός ότι είμαι καθολικός και από τους δυο γονείς μου δεν έπαιξε ρόλο σε αυτή την απόφαση, αν και εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι ίσως ενδόμυχα η Σύρος να εξέφραζε το ιδανικό μου για μια ανεκτική κοινωνία. Γιατί μπορεί εγώ ο ίδιος μεγαλωμένος στην Αθήνα και μαθητής ορθόδοξων σχολείων να μην ένιωσα ποτέ την ταυτότητα ενός μειονοτικού, αλλά φαίνεται πως δεν συνέβαινε το ίδιο για τους καθολικούς της υπόλοιπης χώρας, όπου αυτό το πραγματικά ελάχιστο ποσοστό θρησκευτικής μειονότητας που είναι στη Ελλάδα οι καθολικοί αντιμετωπιζόταν στην καλύτερη περίπτωση με επιφύλαξη και καχυποψία. Ακόμα και τα αθώα ολισθήματα της γλώσσας, που συχνά συναντώνται και σήμερα, οπωσδήποτε εκπλήσσουν, όταν δεν πληγώνουν, και πάντοτε προξενούν λύπη για την έλλειψη μόρφωσης και ανοχής. Το ότι, λόγου χάριν, στη Σύρο συγκατοικούν «καθολικοί με χριστιανούς», όπως και «Έλληνες με καθολικούς», το έχω ακούσει ακόμα και από στόματα υψηλόβαθμων κρατικών λειτουργών, οι οποίοι μάλιστα ήταν πεισμένοι για το δημοκρατικό τους φρόνημα.

Στη Σύρο όμως, όπου οι καθολικοί μέχρι τον 19ο αιώνα ήταν η απόλυτη πλειοψηφία, συνέβη αυτό που έχει παρατηρηθεί και σε άλλες χώρες, δηλαδή η σύμπτωση των δογματικών διαφορών με εκείνες των κοινωνικών τάξεων. Ο νέος ορθόδοξος πληθυσμός που έφτασε στο νησί τον 19ο αιώνα ήταν και πιο μορφωμένος και πολύ πιο εύπορος από τους καθολικούς αγρότες του νησιού. Η διαφορά αυτή αποτυπώνεται ακόμα και σήμερα στα κάπως υποτιμητικά επίθετα με τα οποία οι ορθόδοξοι κάτοικοι προσφωνούν τους καθολικούς, επίθετα που αναφέρονται σε μια κοινωνικά και μορφωτικά υποδεέστερη τάξη και όχι σε δογματικές διαφορές.

Εντούτοις, για μια κοινωνία τόσο συντηρητική όπως είναι στην πλειοψηφία της η ελληνική κοινωνία, η Σύρος αποτελεί φωτεινή εξαίρεση. Η σταδιακή οικονομική ανάκαμψη και η σημερινή ευμάρεια των πρώην αγροτών και τεχνιτών σε συνδυασμό με τις νέες πιο δημοκρατικές αντιλήψεις παραμέρισε τα παλαιά στεγανά, που ίσχυαν μέχρι σχεδόν τα μέσα του 20ού αιώνα, και οδήγησε σε ώσμωση τις δύο αριθμητικά ισοδύναμες πλέον κοινότητες και -άκρως χαρακτηριστικό στοιχείο- σε πολλούς μικτούς γάμους. Ο εκατέρωθεν κλήρος δεν φαίνεται να βοήθησε ιδιαίτερα προς αυτή την κατεύθυνση. Και τούτο, αφενός διότι γενικά και παγκόσμια ο κλήρος διακατέχεται από μια τάση συντηρητισμού και διατήρησης των στεγανών, αφού αυτά του εγγυώνται το status quo και την «καθαρότητα» του ποιμνίου, και αφετέρου διότι για τους ορθόδοξους ισχύει πάντα η αντίληψη ότι οι καθολικοί είναι αιρετικοί, άρα προδότες (έστω και αν από την εποχή του σχίσματος έχει παρέλθει σχεδόν μία χιλιετία), γι' αυτό και για πολλούς «το τούρκικο φέσι είναι προτιμότερο από την παπική τιάρα». Και ο καθολικός όμως κλήρος δεν μπόρεσε να αποβάλει το στίγμα του μειονοτικού και την τάση του απομονωτισμού. Στάσεις, εντέλει, που δεν ευνόησαν τη συνεργασία των δύο κοινοτήτων. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλλον οι πιστοί των δύο κοινοτήτων είναι αυτοί που παρέσυραν τον κλήρο εκατέρωθεν να υιοθετήσει την αγαστή συνύπαρξη και την ανεκτική τάση.

Αυτό, επομένως, που με εντυπωσιάζει και με ευχαριστεί στη Σύρο, τόπο που συνειδητά επέλεξα να γίνει και δικός μου, είναι ότι σε μια νεοελληνική κοινωνία, που δεν έχει μάθει να ζει αρμονικά με οτιδήποτε διαφορετικό από τον μέσο όρο, υπάρχει ένα μικρό νησί που τη συμβίωση με το διαφορετικό την έχει κάνει πράξη. Θα χρειαστεί να τονίσω τον όρο «νεοελληνική» διότι, αντίθετα, οι πολύ παλαιές απανταχού ελληνικές κοινότητες είχαν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πολυ-πολιτισμικότητας και της ανοχής. Στη Σύρο οι άνθρωποι έμαθαν να ζουν καθημερινά με τον δογματικά διαφορετικό γείτονά τους, έστω και αν αυτό προκαλούσε, και ενδεχομένως προκαλεί ακόμα, μικρές και σποραδικές αναταράξεις. Η επαφή με κάτι διαφορετικό οδηγεί αναπόφευκτα σε μια ανοχή απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό. Εκπαιδεύει τον άνθρωπο σε μια αρχή, παραμελημένη στη σύγχρονη Ελλάδα, ότι η κοινωνία αποτελείται από πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους.

Δεν πιστεύω ότι οι Έλληνες είναι περισσότερο ή λιγότερο ρατσιστές από άλλους λαούς. Η περιχαράκωσή τους όμως, πότε λόγω της εκκλησιαστικής πολιτικής και πότε λόγω άλλων πολιτικών επιλογών που βολεύονται να αποδίδουν κάθε κακό σε έξωθεν εχθρούς, καλλιέργησε τον επικίνδυνο μύθο ενός περιούσιου λαού με μοναδικά κοινά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τον οποίο όλοι οι άλλοι, και κυρίως εκείνοι με τους οποίους γειτονεύει χωρικά, θρησκευτικά, ή ιδεολογικά, επιβουλεύονται και επιδιώκουν να νοθεύσουν. Την εποχή που επιχειρείται η ευρωπαϊκή προσέγγιση και η ανάπτυξη μιας ευρύτερης κοινότητας ανθρώπων, αλλά παράλληλα καλλιεργείται με αύξουσα εμμονή μια επιστροφή σε παλαιότερες συντηρητικές και απειλητικά κλειστές κοινωνίες, το συριανό παράδειγμα στη χώρα μας πρέπει να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί.

Όταν η Μαρίζα Δαλεζίου μου πρότεινε να φωτογραφίσω τα εναπομείναντα καθολικά ξωκλήσια που είχαν ανεγερθεί στη Σύρο πριν από τον 19ο αιώνα, δηλαδή πριν από τη μαζική εποίκιση του νησιού από τους ορθόδοξους πρόσφυγες άλλων ελληνικών περιοχών, υπέθεσα -και ελπίζω σωστά- ότι η επιλογή της βασιζόταν περισσότερο στην ιδιότητά μου του φωτογράφου και δάσκαλου φωτογραφίας και λιγότερο στην ταυτότητά μου ως καθολικού ή στις πεποιθήσεις μου, που προφανώς αγνοούσε. Εντούτοις, στην πορεία έγινε αντιληπτό ότι και αυτές οι τελευταίες έπαιξαν κάποιο ρόλο στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισα το θέμα. Διότι πιστεύω ότι το θρησκευτικό συναίσθημα (και φυσικά δεν εννοώ η θρησκευτική στράτευση) είναι ίσως ένα εξαιρετικά σημαντικό κομμάτι της λαϊκής έκφρασης και της προσωπικής ταυτότητας. Όταν φωτογράφιζα τα ξωκλήσια απολάμβανα τις μαγικές τοποθεσίες που είχαν επιλέξει οι αρχικοί κτίστες, θαύμαζα την απέριττη αισθητική των οικοδομημάτων, ένιωθα την παρουσία και την ευλάβεια των πιστών και βυθιζόμουν στους αιώνες του ευρωπαϊκού πολιτισμού όπως πρισματικά μου παρουσιαζόταν μέσα από το λευκό του Αιγαίου και την πολυχρωμία της δυτικής αγιογραφίας. Γι αυτή την απαράμιλλη και σύνθετη περιπέτεια που πάντρεψε τη φύση, τη θρησκεία και την τέχνη δεν θα πάψω να ευγνωμονώ τη Μαρίζα Δαλεζίου.

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις που αφορούν τις διαθρησκευτικές και διαδογματικές επαφές είναι ότι οι θρησκευτικές δοξασίες δεν είναι στεγανές. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι, αφού αυτό που τις απασχολεί είναι κοινό για όλες. Το αποτέλεσμα είναι να παρατηρούνται σημαντικές επιρροές και ενδιαφέροντα δάνεια εκατέρωθεν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση των καθολικών ξωκλησιών της Σύρου τα δάνεια προέρχονται, όπως είναι λογικό, κυρίως από την πλευρά του επικρατέστερου δόγματος. Και πριν από όλα η ίδια η έννοια του ξωκλησιού. Είναι πράγματι γεγονός ότι στις καθολικές χώρες σπανίως συναντάει κανείς έρημες εκκλησίες στην ύπαιθρο χώρα. Οι ναοί είναι είτε κέντρο μιας θρησκευτικής κοινότητας, μικρής ή μεγάλης, είτε παρεκκλήσια σε δημόσια ή ιδιωτικά κτίρια. Εξίσου σπάνια είναι η εκδήλωση μιας ιδιωτικής ευλαβούς πρωτοβουλίας ή ενός προσωπικού τάματος με στόχο την ανέγερση ενός μικρού ναού, πέραν των θρησκευτικών αναγκών μιας συγκεκριμένης κοινότητας. Στη Σύρο όμως υπάρχουν αρκετά μικρά ξωκλήσια για να αποδείξουν ότι η ορθόδοξη συνήθεια επηρέασε το καθολικό στοιχείο. Όσο για το αρχιτεκτονικό κομμάτι, σχεδόν τίποτα δεν μπορεί να ξεχωρίσει εξωτερικά ένα καθολικό ξωκλήσι από ένα ορθόδοξο. Αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό -αν και όχι πάντοτε- με τους μεγάλους ενοριακούς ναούς, λόγω των αρχιτεκτονικών ρυθμών που επιβάλλουν τα δόγματα και κυρίως η ορθοδοξία (είναι χαρακτηριστικό ότι δεν συνηθίζονται στην Ελλάδα οι παρεκβάσεις από την πεπατημένη του βυζαντινού ρυθμού), στην περίπτωση των ξωκλησιών του Αιγαίου έχει επικρατήσει ο αρχιτεκτονικός ρυθμός των αιγαιοπελαγίτικων σπιτιών. Και τα σπίτια αυτά είναι προέκταση του τοπίου που τα περιβάλλει. Τα ξωκλήσια είναι μέρος από τα βράχια, τα γυμνά βουνά, τα πουρνάρια και τα σκίνα, ταυτόχρονα κορύφωση και προέκτασή τους. Δεν θα μπορούσαν επομένως οι Έλληνες καθολικοί πιστοί να αγνοήσουν αφενός το τοπίο μέσα στο οποίο μεγάλωσαν και αφετέρου τα σπίτια που με τα χέρια τους έκτισαν.

Εκεί όμως που πολλά αλλάζουν είναι μόλις μπει κανείς μέσα σε αυτά τα ξωκλήσια. Εδώ είναι σαφής η θρησκευτική ταυτότητα. Το βυζαντινό τυπικό που επιβάλλει πολύ αυστηρό πλαίσιο στις θρησκευτικές απεικονίσεις και στον διάκοσμο των ορθόδοξων εκκλησιών δεν έχει εν προκειμένω εξουσία και έτσι αφήνεται ελεύθερη και ενίοτε αχαλίνωτη η φαντασία των λαϊκών πιστών. Σχεδόν κανένα εσωτερικό καθολικού ξωκλησιού δεν μοιάζει με κάποιο άλλο. Μερικά μιμούνται τους μεγάλους ναούς, τη μεγαλοπρέπεια των οποίων επιχειρούν να αντιγράψουν. ʼλλα πάλι υιοθετούν από την αρχή την ταπεινότητα του μεγέθους τους, ενώ δεν λείπουν και αυτά που μοιάζουν με προεκτάσεις οικιακών χώρων υποδοχής.

Μπορεί κανείς και εδώ να διαπιστώσει τις έξωθεν επιρροές, όπως  είναι η παρουσία παραδοσιακών, βυζαντινής αισθητικής, εικόνων αγίων της ορθοδοξίας, παράλληλα με τις σαφώς «δυτικής» προέλευσης εικόνες αμιγώς καθολικών αγίων. Αλλά πάνω από όλα έκπληξη προκαλεί η παρουσία στην είσοδο των ξωκλησιών της εικόνας του αγίου στον οποίο είναι αφιερωμένος ο ναός, πάνω σε μια βάση για το παραδοσιακό «προσκύνημα» των πιστών, κάτι παντελώς άγνωστο στις καθολικές εκκλησίες της αλλοδαπής.

Τις περισσότερες φορές η επίσημη εκκλησία έχει εμπιστευτεί τη φροντίδα αυτών των ξωκλησιών στην ευλάβεια κάποιου πιστού του οποίου το σπίτι γειτονεύει με την εκκλησία.  Και αυτό είναι κατ αρχήν σωστό. Τα ξωκλήσια δεν είναι μουσεία, των οποίων η συντήρηση αποτελεί μέλημα της κοινωνίας και της εκκλησίας, αλλά δείγματα ευλάβειας και χώροι λατρείας πάντα εν ζωή.  Εντούτοις, πολλά έχουν λεχθεί για τις ατυχείς επεμβάσεις πάνω στα ξωκλήσια αυτά. Θα ήταν πάντως σωστό να επιχειρήσουμε μερικές διακρίσεις σχετικά με αυτές τις επεμβάσεις. 

Πριν από όλα να διακρίνουμε αυτές που αφορούν το αρχιτεκτόνημα από εκείνες που έχουν σχέση με τον διάκοσμο. Οι επεμβάσεις της πρώτης κατηγορίας είναι προφανώς ανεπίτρεπτες από οποιονδήποτε. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι μπορεί κανείς να διακρίνει μερικά αρχιτεκτονήματα όντως αριστουργηματικά και μερικά όχι και τόσο ενδιαφέροντα. Όταν όμως απαιτείται συντήρηση των οικοδομημάτων, η επέμβαση είναι απαραίτητη.

Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμίσω ότι δεν θεωρώ την επέμβαση των «ειδικών» πανάκεια. Ας μην ξεχνάμε ότι μερικά από τα τερατουργήματα του σύγχρονου ελληνικού αστικού τοπίου, ακόμα και πολυτελείς εξοχικές κατοικίες ή και νεόδμητοι ναοί, οφείλουν την ύπαρξή τους σε απολύτως καταξιωμένους «ειδικούς». Ενώ αντίθετα, όπως είχε παρατηρήσει παιδικός μου φίλος, δεν έχουμε δει ποτέ άσχημη ψαρόβαρκα. Ούτε είναι σίγουρο ότι οι γνώσεις και η αισθητική των καθολικών κληρικών είναι εξ ορισμού ανώτερες από εκείνες των λαϊκών συντοπιτών τους, μόνο και μόνο επειδή πέρασαν μερικά χρόνια σε ιερατική σχολή της αλλοδαπής. Αυτό που αξίζει κανείς να προσέξει είναι ότι το αταίριαστο ή και το απεχθές των τυχόν επεμβάσεων οφείλεται συνήθως στην προσπάθεια εξωραϊσμού του οικοδομήματος. Αν η επέμβαση περιοριστεί στη συντήρηση, μικρό θα είναι το κακό.

Προϋπόθεση, βέβαια, είναι τα υλικά που θα χρησιμοποιηθούν να μην είναι τα λεγόμενα «σύγχρονα», τα διαφημιζόμενα ως «αθάνατα». Όχι λαδομπογιές, όχι αλουμίνια ή τετρακολλητή ξυλεία, όχι πολυτελή πατώματα με πλάκες Καρύστου, όχι πλουμιστές χειρολαβές. Ούτε αυτό όμως είναι αρκετό, διότι ακόμα και τα απλά υλικά μπορεί να χρησιμοποιηθούν με λάθος τρόπο, όταν επιχειρήσει κάποιος να ξανακάνει «σαν καινούργιο» το ξωκλήσι. Και αυτό είναι ένα λάθος στο οποίο μπορεί να υποπέσει τόσο ο ειδικός όσο και ο αδαής.

Ίσως πιο εφικτό για την Πολιτεία και την Εκκλησία είναι να φροντίσουν τον περιβάλλοντα χώρο, διότι είναι συχνό το φαινόμενο, ειδικά για μικρές εκκλησιές που βρίσκονται σε κατοικημένες περιοχές, να πνίγονται από νέες «πολυτελείς» κατοικίες ή «μεζονέτες» και προκλητικές μεσοτοιχίες. Η φροντίδα στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτεί αρχιτεκτονικές γνώσεις, αλλά απλή ευαισθησία.

Όσον αφορά τις επεμβάσεις στον εσωτερικό διάκοσμο, οι οποίες από τη φύση τους έτσι κι αλλιώς δεν είναι μόνιμες, είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς κάτι το αποκρουστικό. Εδώ, η λαϊκή ευλάβεια και η λαϊκή αισθητική μερικές φορές κάνουν θαύματα. Η ευφάνταστη ποικιλία των επεμβάσεων πολλές φορές συγκινεί, και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που αγγίζει τα όρια της λαϊκής τέχνης, χωρίς κανέναν βραχνά παραδοσιακής συνέπειας. Τα ψεύτικα λουλούδια, που συχνότατα για ευνόητους λόγους κοσμούν τις εκκλησιές αυτές, έχουν επιλεγεί και τοποθετηθεί με μεγάλη τόλμη και χρωματική πρόκληση. Τα έντονα και, όχι σπανίως, ακραία χρώματα με τα οποία βάφονται οι επιφάνειες που περιβάλλουν την Αγία Τράπεζα μαρτυρούν την ιδιαίτερη λατρευτική αξία του συγκεκριμένου σημείου. Οι βοηθητικοί χώροι αναμειγνύονται με τον κυρίως λατρευτικό χώρο κάνοντας συχνά τα εσωτερικά των ξωκλησιών να μοιάζουν και αυτά με αναπαραγωγές νησιώτικων σπιτιών. Τα φωτιστικά σώματα είναι παρόμοια με εκείνα που οι πιστοί επιδεικνύουν με περηφάνια στα σπίτια τους. Και η συχνά κιτς αισθητική τους αποκτά χαρακτήρα καλλιτεχνικής πρότασης, όταν κάποιος ξεπεράσει την πρώτη έκπληξη. Πάντως παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τυχόν απομιμήσεις παλαιών κηροπηγίων ή λύχνων στην κατεύθυνση μιας υποτίθεται πιστής αναπαράστασης του παρελθόντος. Τέλος, τι αγαλλίαση να βλέπει κανείς να συνυπάρχει ένα πρόχειρα καδραρισμένο αντίγραφο μιας Μαντόνας του Ραφαήλου με μια ταπεινά κεντημένη Παναγία με κλωστές DMC από το χέρι μιας ευλαβικής πιστής. Και αν κάποτε έρθει να φιλοτεχνήσει τον μικρό ναό ένας νέος Τισιανός, απλώς θα χρειαστεί να απομακρύνει τη λαϊκή διακόσμηση. Μόνο που θα πρέπει να είναι τόσο σπουδαίος, ώστε να πείσει τους πιστούς ότι ο δικός του διάκοσμος είναι και δικός τους.

Ίσως πιο επικίνδυνη είναι η επιλογή των επιπλώσεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις έχουν ευτυχώς διατηρηθεί οι παλαιοί πάγκοι, που φέρουν πάνω τους την ομορφιά του χρόνου. Όταν αυτοί φθαρούν θα χρειαστεί και πάλι να καταπολεμηθεί η γενική τάση για πολυτελείς και «αθάνατες» κατασκευές. Τάση, άλλωστε, που πλήττει όλη την αισθητική του νεοελληνικού χώρου. Και δεν ξέρει πλέον κανείς ποιο κακό πρέπει να προτιμήσει ανάμεσα στις πλαστικές καρέκλες των «αθιγγάνων» και τις πολυτελείς και βαριές ξύλινες γυαλιστερές κατασκευές των σύγχρονων επιπλοποιών. Οι επιλογές των στρωσιδιών του πατώματος παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον, και εν προκειμένω το λαϊκό κιτς ξαναβρίσκει ένα πεδίο προσωπικών επιλογών.

Όλες όμως οι παρατηρήσεις που προηγήθηκαν περνούν στο περιθώριο από τη στιγμή που ο φωτογράφος βρίσκεται αντιμέτωπος με το θέμα του. Τόσο κατά τη φωτογραφική λήψη, όσο και στις φωτογραφικές επιλογές που την ακολουθούν, αυτό που κυριαρχεί είναι η έκπληξη, η περιέργεια και η προσμονή μιας μεταμόρφωσης. Ο φωτογράφος δεν αποτυπώνει το θέμα, αλλά παρασύρεται από αυτό με την ελπίδα να το αποδώσει με τρόπο που θα καθιστά τη φωτογραφία του ιδιαίτερη και προσωπική. Μερικές από τις φωτογραφίες της συλλογής αυτής το κατάφεραν. ʼλλες παρασύρθηκαν σε μια πιο πιστή, αν και ενδεχομένως χρήσιμη, αναπαραγωγή. Έτσι κι αλλιώς, όμως, καμιά φωτογραφία δεν μπορεί να αποδώσει το κυκλαδίτικο τοπίο, ή τη θρησκευτική κατάνυξη. Το μόνο που μπορεί να ελπίζει ένας φωτογράφος  είναι μερικές φωτογραφίες του να αυτονομηθούν σε σχέση με το θέμα και να αποδώσουν -εν μέρει πάντοτε- μια οπτική ποιητική μεταφορά της πνευματικής εκδοχής του χώρου και του χρόνου που εγκλώβισε με τη φωτογραφική του πράξη.  

Η φωτογράφιση των ξωκλησιών υπάκουσε σε μερικές αρχές απλότητας. Μια μικρή, αν και καλή, μηχανή, ένας ελαφρώς ευρυγώνιος φακός, χωρίς τρίποδο και χωρίς τεχνητό φωτισμό. Λίγο πιο τολμηρή ήταν η επιλογή να υιοθετηθεί ασπρόμαυρη εκδοχή για τα εξωτερικά των ξωκλησιών και έγχρωμη για τα εσωτερικά. Η αντίθεση αυτή πιστεύω πως αναδεικνύει την αίσθηση που έχει ο επισκέπτης όταν από το μινιμαλιστικό αιγαιοπελαγίτικο τοπίο μεταβαίνει στην μπαρόκ αισθητική της λαϊκής ευλάβειας των καθολικών πιστών. ʼλλωστε, η έγχρωμη εκδοχή του γαλάζιου ουρανού, της κυανής θάλασσας και του λευκού ασβέστη εύκολα κινδυνεύει να παρασύρει τον θεατή σε γλυκερές αναφορές, την ώρα που η κυρίαρχη αίσθηση μπροστά στα ανυπέρβλητα αυτά δείγματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής είναι η λιτότητα και η αυστηρότητα. Αντίθετα, ο κόσμος του εσωτερικού των εκκλησιών αυτών είναι ένας μη πραγματικός κόσμος, ένας κόσμος φαντασίας, όπου τα χρώματα παραπέμπουν μόνο στον εαυτό τους και σε τίποτε άλλο υπαρκτό. Αυτή η  φορμαλιστική αντίθεση αποτελεί για μένα προσωπικά και ένα βήμα αλλαγής (δεν λέω εξέλιξης) στη σχέση μου με το πραγματικό γεγονός και τη φωτογραφική του μεταμόρφωση. Πιθανόν να συνδέω για πρώτη φορά το ιερό με το κοσμικό και τα μνημεία με τις αισθήσεις.

 

 

Πλάτων Ριβέλλης

Πρόσφατα Άρθρα

News (21 Φεβ 2019)

Παρουσιάζονται φωτογραφίες των σπουδαστών της σχολής φωτογραφίας FOCUS από το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης στα πλαίσια της συνεργασίας των δυο φορέων. Οι νέοι φωτογράφοι παρουσιάζουν ένα μικρό μέρος...

News (19 Φεβ 2019)

Το έργο του Βασίλη Καρκατσέλη στο πλαίσιο της ομαδικής έκθεσης 7+1 χωροΣυνθέσεις Τη ματιά του πάνω στο πως γεννιέται μια φωτογραφία, πως και κατά πόσο απεικονίζει την πραγματικότητα και ποια η...

News (18 Φεβ 2019)

Η Fujfjilm Hellas συμμετέχει στο λαμπρό φινάλε της έκθεσης “Ο Εθνικός Κήπος στις τέσσερις εποχές του χρόνου” με πλήρες πρόγραμμα καλλιτεχνικών showcases και παρουσίασης των κορυφαίων...

Photo Clubs (11 Φεβ 2019)

Η φωτογραφική ομάδα The PHOTO GANG ξεκίνησε διαδικτυακά πριν περίπου ένα χρόνο από τους ερασιτέχνες φωτογράφους Κωνσταντίνο Ευγενίδη και Γρηγόρη Βασιλειάδη.Η σκέψη μιας φωτογραφικής ομάδας με τα...

News (09 Φεβ 2019)

Το εργαστήρι «Τι στ’ αλήθεια φωτογραφίζω;» του Βασίλη Κάντα διερευνά την προβληματική γύρω από το «συνεχίζω να ελκύομαι από μια συγκεκριμένη φωτογραφία που έχω κάνει, για την οποία...

News (07 Φεβ 2019)

Την Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου στις 7μ.μ. ο Γιώργος Βογιατζάκης, ο Νικηφόρος Μανδηλαράς και η Χρύσα Σκοπελίτη θα παρουσιάσουν οι ίδιοι τη δουλειά τους στις συναντήσεις της Πέμπτης στην Ελληνοαμερικανική...

News (04 Φεβ 2019)

Η έκθεση αποτελεί επιστέγασμα σεμιναρίου με τον ίδιο τίτλο που διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Κέντρο και παρέδωσε ο Πλάτων Ριβέλλης σε συνολικά 80 φωτογράφους το τετραήμερο 18-21 Μαΐου 2018 στους Δελφούς...

News (01 Φεβ 2019)

Την Παρασκευή 1η Φεβρουαρίου 2019 και ώρα 20:00 η Leica Akademie Greece, εγκαινιάζει την έκθεση φωτογραφίας Φωτογραφικών Εφαρμογών. Ομάδα σπουδαστών της Leica Akademie Greece, για το μάθημα...

News (30 Ιαν 2019)

Το φεστιβάλ σύγχρονης τέχνης Orange Water 4 παρουσιάζει τον Χανιώτη φωτογράφο στην ατομική του έκθεση «Ερμηνεύοντας τα Σύννεφα» με μία σειρά φωτογραφικών...

News (30 Ιαν 2019)

Πώς μπορεί να αποτυπωθεί φωτογραφικά ο εαυτός;  Ο εαυτός μας προσδιορίζεται από τις προσωπικές μας στιγμές, τον ιδιωτικό μας χώρο, την καθημερινή μας ρουτίνα, αυτά που αγαπάμε και εκείνα που...

News (29 Ιαν 2019)

Αριστοτέλης Σαρρηκώστας «ΖΗΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΣ»  – 40 ΧΡΟΝΙΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ | Παρουσίαση στο Μέγαρο Παλαιάς Βουλής Οι Εκδόσεις «Μένανδρος»και ο φωτορεπόρτερ του Associated...

News (29 Ιαν 2019)

Από τις 14 μέχρι και τις  28 Φεβρουαρίου η έκθεση "Shoot me now" θα κοσμεί τους τοίχους της γκαλερί Moρφές, η οποία διοργανώνεται από τα Μαθήματα Φωτογραφίας στο...